ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΜΕΝΑ
ΒΙΩΜΑΤΑ
ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ
Με την
αβεβαιότητα αν και μέχρι πού θα μπορώ να γράφω,
θα συνεχίσω με όσα ενδιαφέροντα κομμάτια των γεγονότων που βίωσα
προσωπικά , ώστε να διασφαλίζω και την απόλυτη
ευθύνη της προσωπικής μου εγκυρότητας.
Αρχίζω
από την επιστροφή μου στην Ελλάδα, μετά
την έκτιση ‘’ της 12ετούς ποινής μου στις Βρυξέλλες’’, ένα χρόνο πριν τη
συνταξιοδότηση μου. Πόσο θα ήθελα να υποστώ άλλη μια τέτοια τιμωρία και για παρόμοιους λόγους, αλλά τώρα
πια είναι πολύ αργά!!!
Σύμφωνα
με τον Οργανισμό του Υπουργείου Εξωτερικών της εποχής, όταν συμπλήρωσα τα 58
χρόνια της ηλικίας μου και υπερτριακονταπενταετή υπηρεσία, κάποιοι Υπηρεσιακοί παράγοντες υπέβαλαν
πρόταση, που έγινε αποδεκτή από την Υφυπουργό Βιργινία Τσουδερού, για
την παραμονή μου στην υπηρεσία και μετά τη συνταξιοδότησή μου, με καθεστώς
ανάθεσης έργου. Η πρόταση απέβλεπε στην ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης της Υπηρεσίας Επικοινωνιών, της οποίας ήμουν ο δημιουργός και ‘’άτυπος’’ τότε προϊστάμενος.
Συζητώντας το θέμα με φίλους συνδικαλιστές,
διέκρινα έναν προβληματισμό, διότι ήθελαν να καρπωθούν κάποια επιδόματα μου και
τον βαθμό Διευθυντού Α΄, που κατείχα. Προέταξα το συμφέρον του Κλάδου και ζήτησα την ακύρωση της παράτασης της παραμονής μου.
Εδώ
αρχίζουν οι ιδιωτικοί προβληματισμοί, αν π.χ. θα παραμείνω στην Αθήνα, ώστε να βλέπω τους
φίλους και συναδέλφους, με τους οποίους, η μακρά μου παραμονή στο Βέλγιο, με
είχε αποξενώσει και άλλες ανάλογες σκέψεις. Κάποιες όμως έκτακτες συγκυρίες, όπως η λειψυδρία στην
Αθήνα και οι εξ αυτής περιορισμοί ακόμα και στο μπάνιο, με τούβλα
στο καζανάκι και εκ περιτροπής μπάνιο με
το ίδιο νερό, επέσπευσαν την επιστροφή στη γενέτειρα μου.
Οι
παλιόφιλοι με δέχτηκαν με χαρά και μάλιστα δημόσια με ανακήρυξαν δια βοής
Πρόεδρο του πολιτιστικού Συλλόγου της ανδρικής χορωδίας ΑΡΜΟΝΙΑ, που αρκετό
καιρό πριν, είχε διακόψει τις δραστηριότητές της. Η επιστροφή και μόνο
στις παλιές μου αγάπες δεν με έκανε να
αναρωτηθώ για τους λόγους που συνέβαλαν στη ‘’διάλυση’’ της παραδοσιακής χορωδίας της πόλης.
Παρά
τις αγάπες και τα καλωσορίσματα , βρήκα τις πρώτες δυσκολίες με φίλους που
είχαμε συμμεριστεί πολέμους, πείνα και πλείστα άλλα δεινά. Συνάντησα μια
δυσκολία να επικοινωνήσω με τους παλιούς καλούς μου φίλους. Νόμιζα ότι
μιλούσα μια γλώσσα ακατανόητη, αφού το
λεξιλόγιο των περισσότερων είχε σαν βάση
τα κόμματα, το ποδόσφαιρο, τις γυναίκες της Ευρώπης [ όχι όμως και τον ευρωπαϊκό
τρόπο ζωής, που δεν πρόσφερε την δική μας άνεση!!!] και τη γεωργία, που ομολογώ
ότι δεν κατείχα επαρκώς
Σύντομα
κατάλαβα ότι είχα επιστρέψει σε ένα χώρο
άγνωστο [πράσινων και γαλάζιων καφενείων και λοιπών τόπων συναθροίσεων],
θύμα των οποίων είχε πέσει και η χορωδία που με καλούσαν να επαναφέρω και το
έκανα. Με τον καιρό έμαθα πολλά και
δυστυχώς κατάλαβα περισσότερα, πράγμα που με έκανε να αρνηθώ κάθε ανάμιξη στα
κοινά. Με τη λήξη της ‘’θητείας’’ και
ύστερα από πολλές εκδηλώσεις και φεστιβάλ, πήρα μια βαρκούλα και έγινα
ένας θαυμάσιος ερασιτέχνης ψαράς και χάριζα την πλούσια ψαριά μου σε
αναξιοπαθούντες, που μου έλεγαν τουλάχιστον ένα ευχαριστώ. Οι επαγγελματίες όμως ψαράδες της περιοχής κατήγγειλαν αυτή
την ’’ανομία’’ με τη δικαιολογία ότι χάνουν πελάτες τους. Έτσι λοιπόν έκοψα και τη ‘’ βδελυρή’’ αυτή
συνήθεια και απάλλαξα την πόλη από το τρομερό της άγος.
Άλλαξα
στέκια, κοντά στην παραλία, με επιλογή ελάχιστων απροκατάληπτων νέων φίλων , οι
οποίοι με περίμεναν να γευθούμε όλοι μαζί, σε παραλιακά ταβερνάκια,
την ψαριά της ημέρας. Η αγάπη μου για
τους φίλους και τον τόπο, με ανάγκασαν να απομακρυνθώ από καφενεία και λοιπούς
χώρους συνάθροισης, για να μην αναγκαστώ να τους μιλήσω για άλλες χώρες που εφαρμόζουν την Ελληνική Δημοκρατία και τον πολιτισμό μας, ενώ εμείς
βαυκαλιζόμαστε με την ιδέα ότι είμαστε απόγονοί τους και ας εφαρμόζουμε στρεβλά
αυτά που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί
μας. Δεν νομίζω ότι καλόπιστοι και λογικοί άνθρωποι μπορούν να δεχτούν ότι
υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στη δημοκρατία των αρχαίων Ελλήνων και σύγχρονων
ολοκληρωτικών κομμάτων και συνασπισμών.
Κύρια
και ευχάριστη απασχόλησή μου υπήρξε η φροντίδα των δυο εγγονιών μου που ζούσαμε
κοντά και πάντα δίπλα στο κρεβάτι μου υπήρχε και ένα παιδικό. Ήμουν ο βοηθός
τους στη μελέτη των μαθημάτων του σχολείου και ελπίζω επιτυχώς.
Θα
κλείσω λόγω αδυναμίας να συνεχίσω, με την κραυγή του Νομπελίστα μας Οδυσσέα
Ελύτη:
Της
δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
Και μυρσίνη συ δοξαστική
Μη παρακαλώ σας μη
Λησμονάτε τη χώρα μου!
Θα τρίζουν τα κόκαλα του με όσα γίνονται
στις μέρες μας και κυρίως με την υποκατάσταση της χώρας με πολλούς και
ποικιλόχρωμους κομματικούς μηχανισμούς.
Αλήθεια ποιος τη νοιάζεται σοβαρά αυτή τη χώρα;;; Αντώνης
.png)