Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

ΜΙΑ ΝΕΑΝΙΚΗ ΜΟΥ ΣΥΜΒΙΩΣΗ

 

                                  ΜΙΑ ΝΕΑΝΙΚΗ ΜΟΥ ΣΥΜΒΙΩΣΗ

                                            [ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ]

 

 

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι, λέγοντας νεανική, εννοώ από 12 έως 17 ετών, που τέλειωσα το γυμνάσιο και έφυγα για την Αθήνα. Τα χρόνια αυτά έπονται του τέλους του Β’ Παγκόσμιου πολέμου με  τις παντοειδείς συνέπειές του, που ήλθε να επιδεινώσει ο επακολουθήσας εμφύλιος, που αποτελεί την ολοκλήρωση της οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής της χώρας.

Τα νεανικά μου λοιπόν χρόνια πέρασαν σε μια καθολική ανέχεια που υποχρέωνε τα παιδιά από μικρά να μπαίνουν στη βιοπάλη. Έτσι κα εγώ, έκανα κάποια ‘’θελήματα’’, όπως τα αποκαλούσαν, για το ‘’χαρτζιλίκι’’ μου, παράλληλα με τα μαθήματα του Γυμνασίου και τα καλοκαίρια δούλευα κανονικά στις οικοδομές –στο συνεργείο του οικοδόμου πατέρα μου. Αυτό γινόταν για δυο λόγους – όπως μου έλεγε ο ίδιος – πρώτον για να καταλάβω τι με περιμένει αν δεν πήγαινα καλά με τα μαθήματα και δεύτερο για να ισοσκελισθούν οι  οικονομικές απώλειες του οικογενειακού προϋπολογισμού, κατά τη μακρά   σχολική περίοδο , που  έκανα διάφορες άμισθες και οικιακές εργασίες.

Με το τέλος της σχολικής χρονιάς, έπιανα αμέσως δουλειά κανονικού έμμισθου εργάτη, κουβαλώντας στον ώμο έναν ειδικά διασκευασμένο μεταλλικό τενεκέ με λάσπη ή τσιμέντο και άλλα υλικά [ πέτρα, τούβλα, πλίνθους] που μου φόρτωναν στην πλάτη. Το βάρος τους κυμαινόταν μεταξύ 30 και 70 οκάδων και τις περισσότερες φορές σκαρφαλώνοντας σε ένα απλό μαδέρι – πλάτους 20 εκατοστών-  σε ύψος μέχρι και δέκα μέτρων, χωρίς καμιά απολύτως στήριξη.

Δεν με φόβιζε το ύψος, ούτε το φορτίο τόσων ‘’οκάδων’’ στην παιδική μου πλάτη, αλλά η γραμμή μαζινό – όπως την ονόμαζα – στον αριστερό μου ώμο [ που τα ορατά μακρινά της ίχνη με τιμούν  ακόμα μέχρι σήμερα] , από τις πληγές που δημιουργούσε  το βάρος του τενεκέ αλλά και ο τρόπος που τον ‘’έριχνα’’  στον ώμο μου. Έπαιρνα κανονικό μεροκάματο με το οποίο αγόρασα τα πρώτα οικιακά σκεύη του σπιτιού μας [ ραδιόφωνο RCA, ψυγείο πάγου κλπ]. Αργότερα ακουμπούσα τα μεροκάματα στον οικογενειακό κορβανά και μου έδιναν ένα μικρό χαρτζιλίκι για τις  περιορισμένες προσωπικές μου ανάγκες.

Εκεί έκανα την πρώτη μου  παιδική επανάσταση. Το καλοκαίρι, μετά την προτελευταία τάξη του γυμνασίου, εγκατέλειψα τη συνήθη δουλειά μου και ακολούθησα την όμορφη Πατόζα, με την οποία συζούσα ολόκληρο το εικοσιτετράωρο. Την είχα σχεδόν ερωτευθεί, γιατί μπορεί κι αυτή να είχε τις δυσκολίες της, αλλά ξέφυγα από τις πληγές του ώμου μου. Κοιμόμουν μαζί της στους αγρούς, κάτω από το όμορφο φεγγάρι αλλά μέσα στον καύσωνα  του καλοκαιριού, τα φίδια , τους σκορπιούς και πολλά άλλα έντομα της φύσης.

Η ιστορία είναι απόλυτα αληθινή, μη φαντασθείτε όμως ότι πίσω από  το ισπανόφωνο όνομα κρυβόταν κάποια όμορφη κοπέλα, Πού καιρός τότε για πραγματικούς έρωτες, σε μια εποχή στην οποία μοναδική επιδίωξη αποτελούσε η  στοιχειώδης επιβίωση.

Η Πατόζα λοιπόν ήταν απλά μια ημιαυτόματη θεριζοαλωνιστική μηχανή, η οποία έμπαινε στα ‘’σπαρτά’’ και άφηνε πίσω της τα κομμένα στάχυα με την καλαμιά και εμείς [ οι εργάτες] τα δέναμε με φυτικά υλικά, τα φορτωνόμαστε στην πλάτη και ανεβαίνοντας μια πρόχειρη σκαλίτσα  τα αποθέταμε σε μια μεγάλη χοάνη που υπήρχε στην υψηλότερη επίπεδη επιφάνεια της ‘’μηχανής’’, που  ξεχώριζε τον καρπό από την καλαμιά που μετέτρεπε σε άχυρο, που χρησιμοποιούσαν για ζωοτροφή.

Θέλω εδώ να διευκρινίσω ότι η μικρή μου επανάσταση αφορούσε απλά την απαλλαγή  μιας επίπονης από μια εξίσου κουραστική εργασία. ‘Όσον αφορά τη συμβίωσή μου με την Πατόζα και τον ύπνο στα χωράφια, υπηρετούσαν ένα διττό σκοπό. Πρώτο γιατί η δουλειά άρχιζε χαράματα για να επωφεληθεί ο μηχανικός από την πρωινή υγρασία που δεν σπάνε εύκολα οι μίσχοι του σιταριού και δεύτερο για να συλλέξω κάποια ξεχασμένα στάχυα ,  [ το αποκαλούμενο ‘’κοκολόι], που μου έδινε κάποια ελάχιστη ποσότητα σταριού. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι η επανάστασή μου έγινε με τη συγκατάθεση της οικογένειας αφού είχε διπλό όφελος και εγώ γλύτωσα από τις πληγές μου.

Το επόμενο καλοκαίρι που τέλειωσα το γυμνάσιο, με άφησαν να ασχοληθώ αποκλειστικά με τα μαθήματά μου γιατί ο πατέρας μου ήθελε να με κάνει πολιτικό μηχανικό. Ίσως αποτελούσε ένα απωθημένο του, αφού εκείνος ,γεννημένος στα μαστοροχώρια του Βοίου Κοζάνης, ήταν καλός αλλά εμπειρικός μηχανικός οικοδομικών κατασκευών και αποζητούσε μια ανέλιξη για το γιο του.

Υπολόγιζε όμως  ‘’ χωρίς τον ξενοδόχοχο’’, αφού τα οικονομικά της οικογένειας δεν άφηναν τέτοια περιθώρια. Αποφάσισα τελικά να καταταγώ  στο στρατό εθελοντής πενταετούς υποχρέωσης για να απαλλάξω την οικογένεια από τη σχετική δαπάνη επιμόρφωσής μου. Παρόλα αυτά ευγνωμονώ τους γονείς μου που με βοήθησαν να εκτιμήσω τις ανάγκες της ζωής και με τις πρόσθετες εμπειρίες μου από την κατοχή, την πείνα και τον εμφύλιο εξακολουθώ να νοιώθω  γερός και δυνατός, σχεδόν άτρωτος, αλλά χρήσιμος στην Κοινωνία. Θυμάμαι ότι, όταν τέλειωσαν τα περισσότερα δεινά, που   δεν είχαν  τελειωμό, σκεπτόμουν ότι όσοι επέζησαν όλων αυτών των κακουχιών μόνο από ατύχημα θα μπορούσαν να πεθάνουν.

Η σημερινή νεολαία, εξαιρουμένων των λαμπρών εξαιρέσεων, αρχίζει να πλήττει από την καλοπέραση και ας παραπονείται για τις δήθεν  δυσκολίες της. Στη Σουηδία έχει καταμετρηθεί το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοκτονιών των νέων από τη μονοτονία της καλοπέρασης.

Οι σημερινοί νέοι δεν βρέθηκαν και εύχομαι να μη βρεθούν ποτέ στην ανάγκη να διαπιστώσουν ότι επί του παρόντος ‘’δεν ασχολούνται  με τη ζωή αλλά με τη ‘’ζωούλα τους’’, γιατί η ζωή έχει και απαιτήσεις. Το κακό είναι ότι δεν το έχουν καταλάβει ούτε οι διεθνείς ιθύνοντες και προσπαθούν να προλάβουν το κακό του διαδικτύου με απαγορεύσεις – όπως πρόσφατα στην Αυστραλία- ενώ οι νέοι είναι ήδη εθισμένοι. Πάντα άλλωστε η πολιτεία τρέχει πίσω από τα γεγονότα όπως και  η αστυνομία πίσω από τους  ευρηματικούς απατεώνες.

Είναι η τελευταία ευκαιρία επαναφοράς του σωστού σχολείου και της οικογένειας, που αποτελούν τον βασικό πυρήνα μιας ευνομούμενης  πολιτείας, αν θέλουν να επιζήσουν οι κοινωνίες και στο μέλλον. Αντώνης

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Οκά, μέτρο βάρους 1280 γραμμαρίων.

Μαδέρι, μακρύ κομμάτι ξύλου μεγάλου πάχους για σκαλωσιές και επικλινείς αναβάσεις.

Τενεκές, όπως οι μεγάλοι τενεκέδες λαδιού, με κομμένη την επάνω επιφάνεια  και μια σανίδα  καρφωμένη στο  επάνω μέρος της μιας πλευράς του, με πιασίματα δεξιά και αριστερά. Με μια κίνηση [ τύπου αρασέ στην άρση βαρών] φέρνει το βάρος με δύναμη κατ’ ευθείαν στο επάνω μέρος του ώμου.

1 σχόλιο:

  1. Πολύ ενδιαφέρουσα εξιστόρηση και σας ευχαριστούμε που τα μοιράζεστε!! Να είστε καλά κε Αντώνη! Γρηγόρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Αταλάντη Λοκρίδας, T.K. 35200, Φθιώτιδα, Greece
Γράφω για να εξωτερικεύσω προσωπικές μου σκέψεις και να μοιραστώ εμπειρίες και γεγονότα που βίωσα προσωπικά στη μακρόχρονη υπηρεσιακή και ιδιωτική μου διαδρομή.