EΝΑ
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ
Με τα δημοσιεύματα μου που
ακολουθούν τμηματικά , καλύπτεται ένα διάστημα διάρκειας τριών περίπου
δεκαετιών, και θα προσπαθήσω να ανασύρω από τη μνήμη μου, τα σημαντικότερα συμβάντα
και περιστατικά που βίωσα στα πιο σημαντικά μου πόστα στο εξωτερικό. Καθένα από
αυτά αναφέρεται στις χώρες που υπηρέτησα και τα γεγονότα που βίωσα χρονολογικά,
αρχίζοντας από το Βελιγράδι της τότε ’’ενωμένης’’ Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, που υπήρξε
το πρώτο μου πόστο και συνέπεσε με την
παρθενική μου έξοδό από τη χώρα μας
[Ιούνιος 1960 – Δεκέμβριος 1965].
Στο πρώτο μου αυτό ταξίδι με το
τραίνο, με συνόδευε – έξι μήνες μετά το γάμο μας - και η σύντροφος της ζωής μου. Η πρώτη μου
εντύπωση ήταν ότι στη συνολική διαδρομή μας δεν συναντήσαμε ούτε ένα λοφίσκο
και ότι οι άνθρωποι μας χαιρετούσαν με εγκαρδιότητα, σε όλη τη διαδρομή μας. Το
ίδιο προσηνείς υπήρξαν οι κάτοικοι της
χώρας και κυρίως οι Σέρβοι και Μαυροβούνιοι , όταν μάθαιναν ότι είμαστε Έλληνες.
Σαν ‘’νεόβγαλτοι’’ και οι δυο
μας σε ξένη χώρα, βρήκαμε ένα σπίτι 50
περίπου μέτρα από την εργασία μου. Το μόνο του μειονέκτημα αποτελούσε η
συγκατοίκηση με τους ιδιοκτήτες του, αφού είχαμε κοινή είσοδο και μοιραζόμαστε το ίδιο μπάνιο.
Η οικογένεια, με καταγωγή από το Μαυροβούνιο έκανε τα πάντα για να μας
εξυπηρετήσει. Την αποτελούσαν μια ηλικιωμένη κυρία, χήρα στρατηγού στην
υπηρεσία του τελευταίου Βασιλιά της Σερβίας, με την οικογένεια της κόρης της. Η
τελευταία ήταν παντρεμένη με αξιωματικό και όπως και η ίδια υπήρξαν υψηλά
στελέχη του Κόμματος και είχαν δυο θαυμάσια παιδιά, την Μίρκα και τον Νίκολα..
Έλαβε μέρος στον ένοπλο αγώνα των παρτιζάνων, στο πλευρό του Τίτο, με τον
οποίον ήταν ερωτευμένη και κατά τη μητέρα της, αυτό συντέλεσε να γίνει αλκοολική.
Όπως γράφει και ο στενός φίλος
και συναγωνιστής του Τίτο, Μίλοβαν Τζίλας
στο βιβλίο του ‘’η νέα τάξη’’, όλα τα στελέχη της κομματικής νομενκλατούρας παντρεύτηκαν όμορφες
αστές και καλλιτέχνιδες, μετά την λήξη του παρτιζάνικου αγώνα. Με τον Τζίλας θα
ασχοληθώ χωριστά σε επόμενο δημοσίευμά
μου. Η γηραιά οικοδέσποινα μας μετέφερε την επιθυμία της κόρης της να
μείνουμε στο σπίτι της για όσο καιρό δεν
έχουμε παιδιά. Αυτό αποτέλεσε και τη μοναδική αφορμή να
αλλάξουμε σπίτι, την Άνοιξη του 1962, όταν δεν μπορούσε πια να κρυφτεί η
εγκυμοσύνη της γυναίκας μου.
Τα παιδιά τους, τις περισσότερες ελεύθερες ώρες τους
βρίσκονταν μαζί μας, όπως και η διακριτική γιαγιά, που φρόντιζε να μας
εφοδιάζει με τις τοπικές σπεσιαλιτέ της κουζίνας της. Θυμάμαι μια συζήτηση μου
με τον δεκάχρονο τότε Νίκολα. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή και ετοιμαζόμαστε
να πάμε στην γειτονική εκκλησία για τα εγκώμια, αφού περιφορά του Επιτάφιου
απαγορευόταν. Με ρώτησε λοιπόν επί λέξει, τι πρόγραμμα έχει απόψε η εκκλησία;;;
‘Όταν του εξήγησα τι ακριβώς γίνεται στις εκκλησίες , μου ζήτησε να τον
πάρουμε μαζί μας. Του είπα δεν μπορώ να
το κάνω χωρίς την άδεια της μητέρας του, η οποία δεν δόθηκε ποτέ. Άλλωστε πολύ
σύντομα αλλάξαμε σπίτι και χαθήκαμε μεταξύ μας.
Ένα περιστατικό που μας έφερε σε δύσκολη θέση ήταν όταν η
γιαγιά μας πρόσφερε πέντε μεγάλες
μπαλίτσες με ‘’μπομπότα’’, ένα έδεσμα με καλαμποκάλευρο που δεν ήθελα ούτε να
το δοκιμάσω, αφού είχε αποτελέσει το μοναδικό φαγητό των παιδικών μου χρόνων
στη διάρκεια της κατοχής και της ανέχειας και μόνο το άκουσμά του μου προκαλούσε φρίκη.
Κατέστρωσα λοιπόν έναν σχέδιο
εξαφάνισής της μπομπότας, χωρίς να την προσβάλω για την ευγενική της
χειρονομία. Πήρα τις 5 μπαλίτσες μέσα σε μια πετσέτα και ένα μεταλλικό
αντικείμενο που ‘’σκανδαλίζαμε’’ τη φωτιά στο τζάκι και μπήκα στην κοινή
τουαλέτα. Έριξα την πρώτη μπαλίτσα στη λεκάνη και προσπαθούσα με το μεταλλικό
εξάρτημα να την τεμαχίσω ώστε, τραβώντας
το νερό στο ’’καζανάκι’’, να περάσει
το σιφόνι και να εξαφανισθεί. Στη πράξη όμως δεν γίνεται πάντα αυτό που
έχουμε σχεδιάσει, διότι το μπροστινό μέρος του μεταλλικού εξαρτήματος ήταν
‘’πεπλατυσμένο’’ σαν φτυαράκι και δεν μπορούσε να εισχωρήσει μέχρι το μπαλάκι
που είχε αποφράξει το σιφόνι. Μου πήρε περίπου μισή ώρα για να επιτύχω τη
διάσπαση της μπομπότας, με το πίσω μέρος του εξαρτήματος, και με κάποια δυσκολία κατάφερα να το εξαφανίσω. Στην διάρκεια της ‘’μάχης μου με την μπομπότα, ένοιωσα μια –δυο
προσπάθειες εισόδου στην τουαλέτα που είχα κλειδώσει από μέσα. Πήρα πίσω τις
υπόλοιπες μπαλίτσες και ‘’κάθιδρος’’ τις πέταξα
σε απόμακρο κάδο σκουπιδιών , για λόγους ασφαλείας.
΄ Ένα δεύτερο περιστατικό, λίγο αργότερα, στον ίδιο χώρο ,ήταν ένα απόστημα σε ένα δόντι μου που το συζήτησα με τη γιαγιά.
Εκείνη πρόθυμη να με εξυπηρετήσει μου έκλεισε ένα παράνομο νυχτερινό ραντεβού -
αφού όλα ήταν κρατικά- με ένα μαυροβούνιο οδοντίατρο. Σημειώνω ότι στην Σερβία
η ανεκδοτολογία χαρακτήριζε τους Μαυροβούνιους ως εφευρέτες του σύγχρονου
[πατητού] διακόπτη ηλεκτρικού ρεύματος,
γιατί τους δυσκόλευε η χρήση των περιστροφικών που υπήρχαν μέχρι τότε!!!
Ο γιατρός με δέχτηκε ευγενικά και αφού είδε το πρόβλημα δια γυμνού οφθαλμού, μου
είπε ότι , υποχρεωτικά, πρέπει να προβεί σε άμεση εξαγωγή. Πρόσθεσε δε ότι το απόστημα του
απέκλειε τη χρήση της γνωστής τοπικής αναισθησίας. Πήρε τις τανάλιες του και
άρχισε την προσπάθεια εξαγωγής, ενώ εγώ
σφάδαζα από τον πόνο. Συνόδευσε την
εξαγωγή του δοντιού μου , με την βρισιά ‘’ pickou
ti mater’, που συνηθίζεται και στη χώρα μας, όταν
βρίζουμε την μάνα κάποιου άλλου. Μετά με
χτύπησε συγκαταβατικά στην πλάτη και μου είπε ‘’ Μπράβο, έχουν δίκιο όσοι λένε ότι οι Έλληνες είστε γενναίοι
άνθρωποι’’ και μου ομολόγησε ότι μου έβγαλε εν ψυχρώ – και χωρίς αναισθητικό- το διπλανό γερό μου δόντι. Μου ζήτησε να
ξεκουραστώ λίγο για να βγάλει και το
‘’χαλασμένο’’. Δεν άντεχα πλέον τον πόνο, οπότε τον ευχαρίστησα, τον πλήρωσα και έφυγα για το σπίτι.
Ακολούθησε μια αιμορραγία η
οποία επιδεινώθηκε και έχασα τις
αισθήσεις μου. Η έγκυος πια γυναίκα μου ζήτησε τη βοήθεια τις γιαγιάς και εκείνη τηλεφώνησε στις πρώτες βοήθειες. Από ό,τι
έμαθα αργότερα, την ρώτησαν αν ο ασθενής είναι
νέος ή ηλικιωμένος. Ύστερα από
μια ώρα έφθασε το αυτοκίνητο των πρώτων βοηθειών και με μετέφερε στην πανεπιστημιακή οδοντιατρική κλινική που
διανυκτέρευε. Εκεί, μου σταμάτησαν την
αιμορραγία και με κάποιο τρόπο άρχισα να συνέρχομαι. Ο γιατρός που με κουράρισε, μου συστήθηκε ως
ελληνικής καταγωγής , ο οποίος ήταν Καθηγητής Πανεπιστημίου με σπουδές στη
Γερμανία και το όνομα Κλόντερ . Μου έκανε αντιβίωση και μου είπε ότι αργότερα
θα κάνει θεραπεία και σφράγισμα στο δόντι με το απόστημα. Αφού συνήλθα
αιμοδυναμικά με έβαλαν στο ίδιο
ασθενοφόρου που με είχε μεταφέρει στην κλινική και μέσα σε μια έντονη
χιονοθύελλα με τη γυναίκα μου δίπλα, πήρα το θάρρος να τους ρωτήσω γιατί πριν με παραλάβουν ρώτησαν αν είμαι νέος η γέρος; Εκείνοι
– φυσικότατα- με αποστόμωσαν με την απάντηση ότι ένας νέος αντέχει να περιμένει , ενώ ένας γέρος και να πάθει
κάτι δεν χάθηκε ο κόσμος!!!
Είχα σχεδιάσει να αναφερθώ και
σε μια Τρίτη μου περιπέτεια, που αναφέρεται στη σοσιαλιστική υγειονομική
φροντίδα ,για να καταλάβουν κάποιοι ρομαντικοί δικοί μας που την πίστευαν –
όπως και εγώ τότε . Μπορεί και στη χώρα
μας να υπάρχουν ενδεχόμενες
καθυστερήσεις και άλλες ιατρικές αβλεψίες ή αδράνειες, δεν έχουν όμως καμιά
σχέση με την απόλυτη αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή , με εξαίρεση τα μέλη του
κόμματος. Σκεπτόμουν μάλιστα να την
διανθίσω με τη γνωστή γαλλική έκφραση ‘’jamais deux sans trois’’, που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει ότι
κάτι που σου συμβαίνει δυο φορές, περίμενε και Τρίτη. Στην περίπτωσή μου όμως
ξεπέρασα και την τρίτη.
Αφού γνωστοποιήσαμε στους
ιδιοκτήτες του σπιτιού, την προχωρημένη
εγκυμοσύνη της συζύγου μου, μετοικήσαμε σε κοντινή σχετικά απόσταση .
Ενημέρωσα δε τον Πρέσβη μου ότι θα ήθελα
να πάρω τη θερινή μου άδεια τον Ιούνιο, για να τη συνδυάσω με τον τοκετό, στην
Ελλάδα. Εκείνος μου είπε επί λέξει: ‘’Αποκλείεται, μου κόβεις τα χέρια’’ ,και
το απέδωσε στον αυξημένο φόρτο εργασίας, λόγω μιας έξαρσης στο γνωστό πρόβλημα
του ‘’Μακεδονικού’’, την περίοδο εκείνη. Μου είπε δε να επισκεφθούμε το
γυναικολογικό τμήμα της ‘’διπλωματικής κλινικής, στην οποία μόνο είχαμε πρόσβαση και σε περίπτωση ανάγκης
να του τηλεφωνήσω οποιαδήποτε ώρα, διότι συνδέεται φιλικά με τον καθηγητή
Φότιτς – γυναικολόγο και της γυναίκας του
Προέδρου της χώρας Τίτο και όλα θα πάνε καλά.
Την επομένη κιόλας
επισκεφθήκαμε την κλινική κι η μοναδική γυναικολόγος εξέτασε τη γυναίκα μου και
της είπε ότι σύντομα θα έχουμε τον τοκετό. Με κάλεσε και μένα και μου έθεσε
υπόψη την τακτική που θα ακολουθήσουμε υποχρεωτικά. ‘’ Να συνεννοηθούμε με την
μαία την οποία θα πάρουμε από το σπίτι της
και θα έλθουμε στην κλινική και η ίδια θα ειδοποιηθεί από την ‘’μαμή’’
πότε πρέπει να έλθει στην κλινική’’. Δώσαμε αρχικά ραντεβού με τη μαία και
πήγαμε μαζί και μας γνωρίσει που
βρίσκεται το σπίτι της, σημειώνοντας ότι δεν έχει τηλέφωνο, ούτε κουδούνια η
πολυκατοικία. Αν μάλιστα την χρειαστούμε νύχτα που κλείνει η εξώπορτα της πολυκατοικίας,
μας έδειξε το παράθυρο στον πρώτο όροφο που θα πετάξουμε πετραδάκια για να την
ξυπνήσουμε.
Για το επόμενο εικοσαήμερο που
μεσολάβησε μέχρι τον τοκετό, κυκλοφορούσα με τις τσέπες γεμάτες πέτρες, για να
σιγουρευτώ ότι θα πετύχω τον ‘’στόχο’’ μου. Όταν ήλθε η ώρα – πέντε το πρωί-
στάθηκα τυχερός κα πέτυχα τον στόχο μου με την πρώτη. Πήγαμε στην κλινική και κατά τις εννιά ήρθε και η
γιατρός, η πρώτη κίνηση της οποίας ήταν να της ‘’σπάσει να νερά’’. Πέρασαν ώρες
και ήρθε η επόμενη νύχτα με ωδίνες και
την αίσθηση της γυναίκας μου ότι δεν νοιώθει πια κίνηση του μωρού . Όταν πια
πίεσα τη γιατρό να μου πει τι συμβαίνει, μου είπε ότι υπάρχουν δυσκολίες
,προσθέτοντας ‘’ ποιόν από τους δύο – την γυναίκα μου ή το μωρό – επιθυμώ να
διασώσουμε. Της ζήτησα να μην κάνει καμιά κίνηση και στις δυο το πρωί τηλεφώνησα στο Πρέσβη ο
οποίος κατέφθασε σε μια ώρα και είχε ειδοποιήσει τον Καθηγητή που ήλθε αμέσως
και προχώρησε σε καισαρική, γιατί ο λώρος είχε τυλιχθεί στο μωρό και του
δυσκόλευε την αναπνοή. Σύντομα ακούστηκε η φωνούλα της κόρης μου και με τη
γυναίκα μου σώα ρώτησα κάποιον άλλο γιατρό της κλινικής για τις ικανότητες της
γυναικολόγου. Εκείνος με αιφνιδίασε με
την απάντηση ‘’μα τι λέτε αυτή είναι γραμματέας του κόμματος του Βελιγραδίου.
Εν τω μεταξύ ο Πρέσβης μου
Δημήτρης Νικολαρείζης, που συνέβαλε στη σωτηρία μάνας και κόρης, μου ζήτησε να
βαφτίσει την κόρη μου, που αποδέχτηκα άμεσα και η βάφτιση έγινε στην
Πρεσβευτική κατοικία από τον Πρωτοσύγκελο του Σερβικού Πατριαρχείου.
Ένα τέταρτο, επίσης σημαντικό
περιστατικό, αφορά ένα προσωπικό μου αυτοκινητιστικό ατύχημα σε κεντρική
λεωφόρου του Βελιγραδίου. Οδηγώντας κανονικά, επέπεσε στο αυτοκίνητό μου, από
ένα στενό αριστερά μου, ένα στρατιωτικό
φορτηγό και συνέθλιψε το αυτοκίνητό μου σε μια τσιμεντοκολόνα της
ηλεκτρικής εταιρείας. Με περισυνέλεξε
ένας διερχόμενος Γιουγκοσλάβος Συνταγματάρχης
, γεμίζοντας αίματα τη στολή του και με μετέφερε στο νοσοκομείο του Κόμματος,
που προφανώς γνώριζε. Δεν ήμουν σε θέση ούτε πρόλαβα να ρωτήσω το όνομά του.
Αφού μου παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και διαπίστωσαν ότι δεν είμαι δικός
τους, με παρέπεμψαν στην κατ΄ευφημισμό αποκαλούμενη διπλωματική κλινική, όπου
διαπίστωσαν πολλαπλά τραύματα και συντριπτικό κάταγμα στο δεξί μου γόνατο, που
απαιτούσε άμεση εγχείρηση. Με ρώτησαν αν προτιμώ να την κάνει ένας γνωστός
χειρουργός με σπουδές στο Παρίσι ή ένας νέος γιατρός από την Ελληνο- Γιουγκοσλαβική μεθόριο με το όνομα
Παπάζογλου και προτίμησα τον δεύτερο. Εκείνος με ρώτησε αν προτιμώ να
χρησιμοποιηθούν μεταλλικά στοιχεία στήριξης που είναι αμφιβόλου ποιότητας και
ίσως απαιτήσουν επανάληψη της επέμβασης ή νημάτινα, οπότε απαιτείται
απόλυτη μακρά ακινησία, με ενδεχόμενη αγκύλωση
του άκρου. Προτίμησα τη δεύτερη λύση και έπαθα αγκύλωση. Την αντιμετώπισα
με φυσιοθεραπεία στην ίδια κλινική με τη
βοήθεια ενός τυφλού φιλέλληνα Δαλματού,
που κράτησε έξι μήνες. Δεν υπήρχαν
στοιχειώδη μέσα, αρκεί να σκεφθείτε ότι για
μια ελάχιστη κλίση 5 μοιρών στο
γόνατό μου,με έβαζε σε ένα τραπέζι με τεντωμένο το πόδι, στο οποίο κρεμούσε,
προοδευτικά, διάφορα βάρη μέχρι να λυγίσει και στο τέλος έβαζε σε απόσταση πάνω
από το γόνατό μου , το φωτιστικό του γραφείου που αποκαλούσε τη διαδικασία
φωτόλουτρο.
Εδώ κάνω μια μικρή παρένθεση γα να πω ότι
από γλίστρημα έπαθα επίσης
συντριπτικό κάταγμα στο ίδιο πόδι, πριν
δυο χρόνια και αντιμετωπίστηκα σε νοσοκομείο της χώρας μας. Την επομένη του επέμβασης πήγα στο σπίτι μου κα κατά
τις οδηγίες των γιατρών, άρχισα να περπατώ προοδευτικά, χωρίς κανένα
πρόβλημα. Ύστερα από 11 μήνες, άρχισα να
νοιώθω ενοχλήσεις στο γόνατό μου και αργότερα κάτι μου τρυπούσαν την επιδερμίδα. Όταν
τηλεφώνησα στο νοσοκομείο μου είπαν ότι προφανώς πρόκειται για αστοχία υλικού
και ότι πρέπει να επαναλάβω την επέμβαση. Τους είπα ότι στα 92 μου χρόνια δεν
επαναλαμβάνω το ίδιο εγχείρημα, και θα συνεχίσω το όποιο υπόλοιπο ζωής που μου
μένει, με το ένα πόδι.
Επανέρχομαι στο νοσοκομείο του
Βελιγραδίου, όπου μετά όλα εξελίχτηκαν πολύ καλά μέχρι που ξανάπαιξα ποδόσφαιρο.
Εν τω μεταξύ, η μοναδική
κρατική ασφαλιστική εταιρία με ενημέρωσε
ότι τα στρατιωτικά αυτοκίνητα δεν ήταν ασφαλισμένα και ότι μπορούσα να
διεκδικήσω τα δικαιώματά μου στρεφόμενος δικαστικά κατά του οδηγού. Ο
τελευταίος, ο οποίος με επισκεπτόταν τακτικά στο νοσοκομείο από την πρώτη
ημέρα, μου είχε ομολογήσει ότι την ημέρα του ατυχήματος απολυόταν από τον
στρατό και έκλεψε το αυτοκίνητο στο οποίο ήταν οδηγός ,για να μεταφέρει κάρβουνα
για τη θέρμανση του σπιτιού του. Με κάλεσε μάλιστα στο σπίτι του όπου διαπίστωσα τη φτώχια του και κατάλαβα ότι μοναδικό αποτέλεσμα προσφυγής
στη δικαιοσύνη θα ήταν ο εγκλεισμός του στη φυλακή. Τελικά άρχισα να τον
λυπάμαι εγώ και δεν έκανα καμιά κίνηση για τη δικαίωσή μου, η οποία τελικά θα
έβγαζε χαμένους και τους δυο μας.
Η συνέχεια στο επόμενο, με πιο
ευχάριστα θέματα από τη Γιουγκοσλαβία, για τον λαό της οποίας διατηρώ πολύ
θερμά αισθήματα. Αντώνης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου