ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ
ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ
Για ανεξήγητους λόγους, και
ίσως ‘’μεταφυσικούς’’, [για τους οποίους δεν ανησυχώ, ακολουθώντας την κατάληξη
της τελευταίας στροφής του
ποιήματος του Κώστα Ουράνη, ‘’αν είναι να ‘ρθει, θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα
προσπεράσει’’, τριγυρνούσε στο μυαλό μου μια ιδέα. Πρόκειται
για το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, με τίτλο ‘’το νερωμένο
κρασί’’. Μια εκδοχή που άκουσα στο τέλος της δεκαετίας του 1950, όταν βρέθηκα
για πρώτη φορά με την μετέπειτα σύντροφο της ζωής μου, στο Καλλιμάρμαρο στάδιο
των Αθηνών.
Εκεί λάβαινε χώρα το Πανελλήνιο
Φεστιβάλ χορωδιών, με γκεστ σταρ, τον Έλληνα βαθύφωνο της Μετροπόλιταν όπερας
της Ν. Υόρκης, Νίκο Μοσχονά, ο οποίο άνοιξε τις εκδηλώσεις με το τραγούδι
‘’νερωμένο κρασί’’. Χορωδός και εγώ και λυρικός τενόρος, το συγκράτησα στη μνήμη μου και το τραγούδησα αμέτρητες
φορές στις διάφορες διασκευές του, με τον συνάδελφο, καλό μου φίλο
και θαυμάσιο βαρύτονο, Στέλιο Γκίνη.
Όταν βρέθηκα στις Βρυξέλλες,
επισκεφθήκαμε με τα δυο παιδιά μου, μια κοσμοπολίτική ελληνική ταβέρνα, τον
‘’Ζορμπά’’. Σε μια στιγμή προσωπικής χαρμολύπης, αισθάνθηκα την ανάγκη να το τραγουδήσω σόλο σε δική μου διασκευή των στίχων, και έγινε χαμός. Το νέο διαδόθηκε και σε
όποιο στέκι με ζωντανή μουσική βρισκόμουν μου ζητούσαν να το τραγουδήσω,
φέροντάς μου συχνά το μικρόφωνο στο
τραπέζι . Το ρεπερτόριό μου με τον καιρό εμπλουτίστηκε και με ποιο ευχάριστα
άσματα από τις 14 Φεβρουαρίου του 1981.
Χωρίς να το γνωρίζω, βρέθηκα σε
ένα χώρο που γιόρταζαν την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Το θλιβερό τραγούδι μου
ξεσήκωσε τους θαμώνες του κέντρου, ίσως και γιατί δεν καταλάβαιναν το
περιεχόμενό του και από μια μεγάλη παρέα Ολλανδών – υπαλλήλων της ΕΟΚ- μια
ευειδής κυρία ήλθε στο τραπέζι μας και μας ζήτησε να πάμε όλοι μαζί στην παρέα
τους. Με τη σύμφωνη γνώμη και των παιδιών μου,αποδεχτήκαμε την πρόταση και την
ακολουθήσαμε.
Περάσαμε αξέχαστα και κάποια
πρωινή ώρα γυρίσαμε όλοι στα σπίτια μας. Με έκπληξή μου όμως την επομένη το
πρωί, βρήκα στην τσέπη του σακακιού μου την
κάρτα με το τηλέφωνο της κυρίας και ένα σημείωμά της με το οποίο με παρακαλούσε να διώξουμε μαζί την εμφανή
μελαγχολία μου’’. Το σκέφθηκα δύο μήνες αλλά στο τέλος ενέδωσα και της
τηλεφώνησα.
Κρατώντας τα σημαντικά μόνο για
μένα, παραδέχομαι ότι η θλίψη μου περιορίστηκε
σημαντικά, εμπλούτισα όμως το μουσικό ρεπερτόριό μου.
Έντεκα χρόνια αργότερα επέστρεψα στην Ελλάδα μόνος -για
λόγους που θέλω να κρατήσω μόνο για μένα-
και επέλεξα τη μοναξιά μου την οποία κατ΄ευφημισμό αποκαλώ μοναχικότητα
και ίσως αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο ψέμα της ζωής μου. Επανήλθα όμως στους ειδικά διασκευασμένους στίχους του
τραγουδιού μου, που δεν τους τραγουδώ πια, γιατί ,ο σεβασμός μου στη μελωδία
και η σημερινή φωνή μου, δεν το επιτρέπουν. Αντώνης
Ακολουθούν οι στίχοι του
ποιητή, με τη δική μου διασκευή, που απηχούν καλύτερα τα
προσωπικά μου συναισθήματα:
‘’ Ό, τι κι αν
είχε το ‘χασε, γυναίκα, βιός, χαρά του·
τίποτε δεν τ᾿ απόμεινε στερνὴ παρηγοριά του.
Μες στην
ταβέρνα ολομερής με το ποτήρι εμπρός του, ζητεί του κάκου λησμονιά, μες στο
κρασί και λέγει.
«Καταραμένε
κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
γιατί νερώνεις το κρασί, πίνω και δε μεθώ;
Δεν ήρθα εδώ
για γλέντι εγώ, μήτε για πανηγύρι,
ήρθα στη μέθη του κεφιού να βρω τη λησμονιά .»
Κι ο κάπελας γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι
με θλιβερό περίγελο στα λόγια του απαντά:
«Τι φταίω εγὼ αν τα δάκρυα που απελπισμένος χύνεις
πέφτουν μες στο ποτήρι σου, σταλαγματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασὶ κι αδύνατο το πίνεις;
Τι φταίω εγώ κι αν δε μεθάς, τι φταίω εγώ κι αν κλαις;»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου