ΛΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΧΘΕΣ
Η ΠΑΡΕΟΥΛΑ ΜΑΣ
Πάει καιρός που
μια μικρή ομάδα παλιών και λίαν αγαπητών
συναδέλφων, δημιούργησαν παρεούλα και μέσω του διαδικτύου συζητούσαν σε τακτική βάση για ειδικά και προσφιλή τους τεχνικά θέματα, μέσω του διαδικτύου. Αργότερα έμαθα
ότι η 0μάδα μεγάλωσε και σκέφθηκα ότι ‘’εμένα δεν με ’’παίζουν’’, όπως λέγαμε
μικροί.
Δεν συνέβαινε
όμως τίποτα από αυτά και στην πρώτη κρούση μου έγινα ασμένως αποδεκτός. Στην
αρχή, ίσως από ανάγκη, μονοπωλούσα τη συζήτηση, στην προσπάθεια να διασκεδάσω
τη μοναξιά μου. Αργότερα όμως και εγώ προσαρμόστηκα αλλά και εκείνοι έκαναν
‘’τα στραβά μάτια’’, δείχνοντας την ανάλογη ανοχή. Έκτοτε η παρεούλα έγινε
παρέα , ξεφεύγοντας από τα τετριμμένα
υπηρεσιακά θέματα , ασχολούμενη και με
θέματα της επικαιρότητας και πολύ συχνά με αυτοσαρκασμό, για να φαιδρύνουμε την
πεζή και ανιαρή ενίοτε πραγματικότητα.
Προσωπικά
ένοιωσα μια επιστροφή μου στη ‘’αυλή του Κεραμεικού’’ με τις βραδινές συζητήσεις μας και την προτεραιότητα που δίναμε στους γεροντότερους. Ίσως αυτό να
συνέτεινε στην αρχική μου στάση. Βοηθούντων όμως και των συνομιλητών με τα
φιλικά τους σχόλια και τη διαπίστωση ότι μεταξύ μας δεν υπήρχε τόσο μεγάλη ηλικιακή απόσταση, προσαρμόστηκα. Περνάμε
τόσο καλά που αδημονούμε καθημερινά να έλθει η ώρα της τακτικής πια συνομιλίας
μας -με ανοικτές κάμερες- ώστε να
βλέπουμε ’’κατάμουτρα’’ και τη σημερινή μας , όχι κακή πάντως, αναλογικά, κατάσταση!!! Η ευχαρίστηση που μας δίνει η
καθημερινή μας ανταλλαγή απόψεων, με ωθεί στη σκέψη να διευρύνομε την παρέα
μας, φέρνοντας και άλλους
συνοδοιπόρους κοντά μας.
Λόγω των
συνεχιζόμενων προβλημάτων με την όρασή μου, δεν θα επεκταθώ περισσότερο,
παραθέτοντας στη συνέχεια παλιότερο δημοσίευμά μου για την αυλή του Κεραμεικού
που αναφέρω στο παρόν, για όσους τυχόν δεν το έχουν διαβάσει:
[[ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ !
ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ
Γεννημένος το
1934 σε μια μικρή επαρχιακή πόλη και βιώνοντας σε τρυφερή ηλικία την
τραγικότητα του πολεμου της εποχής, την πείνα και τον εμφύλιο, δεν είχα τον καιρό και τη
δυνατότητα να εμπλουτίσω τις προσωπικές μου
παραστάσεις. Τον καιρό εκείνο ο δικός μου Κόσμος σταματούσε στον οπτικό μου
ορίζοντα, συμπεριλαμβανομένου του διαυγέστατου έναστρου ουρανού.
Πρώτη
διεύρυνση του Κόσμου μου, έγινε από μια παράσταση ‘’ ο
Καραγκιόζης στη σελήνη’’ ενός περιοδεύοντος θεάτρου σκιών, που μου έδωσε
τις δικές της εξηγήσεις για το θαυμάσιο θέαμα του ουράνιου θόλου. Η έλλειψη
ηλεκτρισμού και φωτισμού μας επέτρεπαν να ‘’μετράμε τα άστρα’’ και να
απολαμβάνουμε ένα μαγικό θέαμα, που πιστεύω ότι δεν μπορούν πια να το
απολαύσουν οι μετέπειτα γενιές.
Πολύ αργότερα
διάβασα τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν και του
Μενέλαου Λουντέμη και βρήκα τον αληθινό μου ουρανό. Ο
Λουντέμης αναφέρεται σε ένα παιδί που μετράει συμβολικά
τα άστρα , για να καταδείξει την προσπάθειά του να μπορέσει να πάει
σχολείο , να μορφωθεί και να επιβιώσει.
Στην Αθήνα
βρέθηκα για πρώτη φορά το 1953, ως εθελοντής πενταετούς υποχρέωσης στο στρατό,
για να κάνω αυτά που ονειρεύεται και ο μικρός ήρωας του Λουντέμη. Δεν θα κάνω
πια καμιά αναφορά στις συνθήκες υπηρεσίας μου στις Ένοπλες δυνάμεις , θα
διαβεβαιώσω όμως ότι διεύρυναν τους ορίζοντες μου και μου έδωσαν
την ευκαιρία να επεκτείνω την γνώση και τη μόρφωσή μου.
Κουβαλώντας
ακόμα τις πρώτες προσλαμβάνουσες της μικρής μου πόλης και για να διευκολύνω τις
σπουδές μου, αναζητούσα ‘’δωμάτιο’’ για διαμονή σε παλιές περιοχές της
Πρωτεύουσας, στην Πλάκα, τον Κεραμεικό και την πλατεία Κουμουνδούρου, κοντά
στην αφετηρία των λεωφο0ρείων για το στρατόπεδο που υπηρετούσα. Βασικό μου
κριτήριο ήταν η ύπαρξη αυλής, που υπήρχε ακόμα τις δεκαετίες 1950-60.
Σε μια από
αυτές υπήρχε μια μεγάλη αυλόπορτα που οδηγούσε στην αυλή, γύρω από
την οποία ήταν τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, ενώ η εξυπηρέτηση των λοιπόν αναγκών
ήταν κοινή. Στην άμεση αποδοχή του δωματίου συνέβαλε και το
τετράστιχο ενός αγαπημένου μου χ0δωριακού τραγουδιού που παραθέτω στη συνέχεια:
Μια αυλόπορτα
που κρύβετ’ η μισή
απ’ τ’ αγιόκλημα και την
περικοκλάδα
και ρετσίνα στο ποτήρι σου χρυσή
να τι θα πει Ελλάδα.
Κάθε
βράδυ, ο καθένας μας έβγαινε με την καρέκλα του έξω από την πόρτα του και με τη
σειρά – ηλικιακά - κάναμε τη ‘’διάλεξή μας. Τις καλύτερες στιγμές της
‘’παρέας’’ αποτελούσαν οι αφηγήσεις των ηλικιωμένων της συντροφιάς μας, οι
οποίοι, παρά την περιορισμένη τους μόρφωση, σαγήνευαν με το λόγο τους, σε
σημείο να αρχίζει η διαρροή του ακροατηρίου όταν εκείνοι αποσύρονταν.
Αυτή η
αυλή, θύμιζε αμφιθέατρο Πανεπιστημίου και εκεί πήρα τα πρώτα
δείγματα ορθής αφήγησης.
Όταν
διέμενα στην Πλατεία Κουμουνδούρου, ανακάλυψα, σε κοντινή πάροδο της
Πειραιώς, μια σχολή χορωδίας του ζεύγους Διονύση και Καίτης Αποστολάτου.
Άρχισα μαθήματα και σύντομα διαπίστωσαν τις φωνητικές μου ικανότητες
και μου πρότειναν να μετάσχω στο διαγωνισμό για τη χορωδία της Εθνικής
Λυρικής Σκηνής, στην οδό Ακαδημίας. Άκουσα την προτροπή τους. διαγωνίστηκα και
με προσέλαβαν.
Η χαρά με
οδήγησε το επόμενο Σαββατοκύριακο στους γονείς μου για να τους αναγγείλω το
ευχάριστο γεγονός. Η μητέρα μου με δύο αδελφούς σπουδαίους τενόρους στην
παραδοσιακή τοπική χορωδία, δεν είπε τίποτα. Ο πατέρας μου, Μακεδόνας και
δωρικός τύπος – άσχετος όμως με τη μουσική- μου είπε τα εξής:
Μπράβο παιδί μου. Έκανες το κέφι σου, αλλά κοίταξε να βρεις και μια δουλειά για
τη ζωή σου, λόγια του οποίου αντηχούν ακόμα στα αφτιά μου. Τον καθησύχασα
λέγοντας ότι έχω λάβει μέρος σε τρεις διαγωνισμούς και περίμενα τα
αποτελέσματα [ΟΤΕ, Ολυμπιακή και ΥΠΕΞ], επιτυγχάνοντας ευτυχώς και στους
τρείς και επέλεξα το άγνωστό μου Υπουργείο εξωτερικών. Σκεπτόμενος με χρονική
απόσταση τα γεγονότα, είναι βέβαιο ότι έκανα την καλύτερη επιλογή, κρατώντας
την ‘’ευφωνία’’ μου για το κέφι μου και σημαντικές φιλίες και σχέσεις
μου. Η φράση του τετράστιχου ‘’ και ρετσίνα στο ποτήρι σου χρυσή’’, με
βοήθησε αρχικά – μαζί με τη αείμνηστη σύντροφο της ζωής μου - να
ζήσουμε αξέχαστες βραδιές στις Πλάκας τα στενά και αλλαχού. Γίναμε θαμώνες
στο’’ παλιό Πανεπιστήμιο’’ [ το πρώτο Πανεπιστήμιο στη χώρα μας] που είχε
διαμορφωθεί σε γραφική ταβέρνα με εκλεκτούς πελάτες. Κάποια χρόνια μετά
την απώλεια της συζύγου μου, συνέχισα να ακολουθώ την προτροπή του πατέρα μου
στις Βρυξέλλες, όπου ‘’έζησα για 10 ζωές και όταν φύγω από την παρούσα ζωή, θα
είμαι απόλυτα χορτασμένος’’.]]